Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Λαζάνια με Σάλτσα Κρέατος

200γρ σιμιγδάλι 
200 γρ αλεύρι για όλες τις χρήσεις
4 αυγά 
λίγο αλάτι
1 κουταλιά της σούπας ελαιόλαδο
1 κουταλιά της σούπας νερό (αν χρειαστεί)


Βάζετε το αλεύρι σε μία λεκάνη, κανονικά οι Ιταλοί σου λένε σε ένα ξύλινο τραπέζι αλλά δεν καθαρίζουν αυτοί μετά το τραπέζι μου από το χάος.
Ανοίγετε μια λακούβα και ρίχνετε όλα τα υπόλοιπα υλικά.
Ζυμώνετε πολύ καλά, το καλά είναι σχετικό αλλά όταν λέω καλά εννοώ συνεχές ζύμωμα για 20 με 25 λεπτά.
Αφήνετε τη ζύμη σε ηρεμία για μισή ώρα, σκεπασμένη.
Την ανοίγετε σε λεπτό φύλλο και την κόβετε σε κομμάτια 15x20.
Βουτάτε τα φύλλα σε βραστό νερό για κάνα λεπτό και τα βάζετε σε μια καθαρή πετσέτα να στραγγίξουν.


Τώρα θα χρειαστούμε το Ραγού και την μπεσαμέλ, η μπεσαμέλ θέλει την διπλάσια ποσότητα από αυτή που έχω δώσει, και λίγο παραπάνω δεν πειράζει.
  
Βουτυρώνουμε ένα ταψί και τοποθετούμε μια στρώση λαζάνια, μια ραγού, μια μπεσαμέλ, μια παρμεζάνα. Συνεχίζουμε μέχρι να τελειώσουν τα υλικά.
Η τελευταία στρώση λαζάνια καλύπτετε μόνο με μπεσαμέλ.




Το ψήνουμε στους 200 βαθμούς για 20 25 λεπτά μέχρι να πάρει χρυσό χρώμα.






Αφήστε το να κρυώσει περίπου μισή ώρα μέχρι να το κόψετε.











Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Τη Δευτέρα η συνέχεια

Τη Δευτέρα η συνέχεια. Σιγά δεν έγινε και τίποτα, την δευτέρα θα ανεβάσω μια συνταγή απο ένα καταπληκτικό έδεσμα το οποίο δημιουργεί εθισμό.  

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Ραγού Τοσκάνης

Επειδή ετοιμάζω μια μεγαλειώδεις συνταγή για να σας δώσω, σας δίνω για αρχή τις βασικές σάλτσες που θα χρειαστούμε. Η μια ήταν η μπεσαμελ η άλλη είναι το ραγού Τοσκάνης (κόκκινη σάλτσα κρέατος)


2 καρότα
2 φύλλα σέλερι
2 κρεμμύδια
150 ml ελαιόλαδο
2 σκελίδες σκόρδο ψιλοκομμένες
φρέσκο μαϊντανό 
350 γρ κιμά μοσχαρίσιο (ή χοιρινό)
200 ml λευκό κρασί
1 κιλό ντομάτες τριμμένες στον τρίφτη 
1 φύλλο δάφνης
λίγο δεντρολίβανο
αλάτι 
πιπέρι






Κόβουμε σε μικρά τετραγωνάκια τα καρότα κρεμμύδια σέλερι ( οι Γάλλοι το λένε μπρινουάζ τον τρόπο κοπής σε μικρά τετράγωνα  )


Καίμε τον πάτο μιας κατσαρόλας, ρίχνουμε το λάδι, ρίχνουμε τα κυβάκια χαμηλώνουμε την φωτιά και μαγειρεύουμε για 20 λεπτά.
Ρίχνουμε σκόρδο μαϊντανό συνεχίζουμε σε χαμηλή φωτιά για άλλα 10 λεπτά
Δυναμώνουμε την φωτιά στο φουλ μέχρι να κάψει το μείγμα και ρίχνουμε τον κιμά, περιμένουμε να πάρει χρώμα και ρίχνουμε το κρασί, τις ντομάτες, και τα υπόλοιπα υλικά. Χαμηλώνουμε την φωτιά και μαγειρεύουμε με σκεπασμένη την κατσαρόλα για 3 ώρες.Αν πάει να ''στεγνώσει'' ρίχνετε λίγο νερό.



Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

Μπεσαμέλ

24 Αυγούστου ήταν η φωτεινότερη  πανσέληνος του καλοκαιριού, είχαμε την καταπληκτική ιδέα να σκαρφαλώσουμε (εγώ και ο ερωτάς μου) σε κάποιον από τους λόφους της αθήνας για νυχτερινό περίπατο. 
Πηγμένος, όλη τη μέρα σχεδόν, στους μποτιλιαρισμένους δρόμους της Αθήνας και των γύρω δήμων.
Ή μάλλον όχι ακριβώς μποτιλιαρισμένοι, μιας και οι επιδρομείς δεν έχουν γυρίσει από τις εκστρατείες στην επαρχεία. Κάτι χειρότερο πολύ χειρότερο από το μποτιλιάρισμα, ειδικά για όλους εμάς τους μοτοσυκλετιστές.
Οι δρόμοι είναι σε σημεία άδειοι. 
Όχι, δεν είναι καλό ειδικά για τον Έλληνα οδηγό, μιας και ο κάθε οδηγός ξεχωριστά είναι πολύ γρήγορος, και όχι μόνο κάνει σφήνες, και όχι μόνο κάνει  προσπεράσεις από τα αριστερά γρήγορα, πονηρά, τσαντισμένα, κάνει και κόντρες  
του στυλ ποιος θα φτάσει πρώτος στο φανάρι, ή ποιος θα μποτιλιαριστεί  πρώτος, πίσω από το προπορευόμενο όχημα. Οι μοτοσυκλέτες απλά δεν υπάρχουν στο δρόμο τους, όσο για τους πεζούς,  ω τι μειονοτικό υπάρχουν ακόμα στις μέρες μας πεζοί; μα είναι σκάνδαλο, σχεδόν όλος ο δίποδος Ελληνικός περήφανος λαός έχει αυτοκίνητο, ποιοι είναι  αυτοί που χαλάνε την πιάτσα; χαλάνε την εικόνα της χώρας; Το αυτοκίνητο χαρακτηρίζει τον Έλληνα το ποιος είναι, ''ξέρεις ποιος είμαι  εγώ; ξέρεις τι οδηγάω; ''
Στο μυαλό του Έλληνα οδηγού επικρατεί το, όσο πιο ακριβή η λαμαρίνα τόσο ανεβαίνει σε εκτίμηση στα μάτια των άλλων, κοιτάζοντας συνήθως υποτιμητικά τις λαμαρίνες των άλλων και μερικές φορές με φθόνο τις ακριβότερες λαμαρίνες.






Χαρακτηριστικό παράδειγμα Έλληνα οδηγού: ήμουν με την μοτοσυκλέτα σε κόκκινο φανάρι και περίμενα το πράσινο, δίπλα μου ένας τύπος με ένα παπί, αυτός γύρω στα πενήντα αρκετά χοντρός, εξωτερικά χαρακτηριστικά φανταστείτε τον κλασικό Έλληνα μπουζουκόβιο. Από μπροστά μας κάνει το λάθος και περνάει ένα ακριβό αυτοκίνητο με κάποιους Κινέζους μέσα. 
Γυρνάει το κεφάλι ο Έλληνας αρχαίο πνεύμα αθάνατο, με κοιτάζει και λέει με ειρωνικό ύφος ζήλιας και φθόνου, ''κοίτα οι Κινέζοι αυτοκίνητο.... (παύση) που ήρθαν στη χώρα μας...'' κλπ κλπ  η γνωστή καραμέλα του κάθε τεμπέλη αμόρφωτου. Συνήθως τους αγνοώ αυτούς τους τύπους, αλλά εκείνη τη μέρα τα πήρα κράνα γυρνάω και του λέω : '' Σπούδασαν- δούλεψαν- έκαναν οικονομία και το πήραν, εσύ τι έχεις κάνει;'' ok λάθος ατάκα, πλέον δεν ήμουν άλλο Έλληνας γι αυτόν,  ήμουν αλλοδαπός που υποστηρίζει τους αλλοδαπούς που έρχονται στην χώρα μας με μόνη σκέψη να κλέψουν τις δουλειές από τους Έλληνες. Μα, οι εργοδότες δεν είναι Έλληνες που επιλέγουν προσωπικό; 






Με ένα τέτοιο μπάχαλο  να  επικρατεί στο μυαλό του Έλληνα, φανταστείτε τι μπάχαλο έγινε στους δρόμους της Αθήνας χτες το βράδυ. Τέτοιο μποτιλιάρισμα, κόρνες, σφήνες, επικίνδυνα προσπεράσματα, ένα μπάχαλο ενός κράτους διαλυμένου, θύματος της έλλειψης πολιτισμού, παιδείας. Θύμα ενός lifestyle των περιοδικών, της διαφήμισης και της υπερκατανάλωσης.
Έλεος πόσο μυαλό πια έχει απομείνει;
Χαρακτηριστική ήταν η φιγούρα ενός τροχονόμου να ωρύεται χτυπώντας τα χέρια του δυνατά στον αέρα φωνάζοντας :
'' Ε μα όχι κυρία δεν μπορείτε να ανεβείτε με το αυτοκίνητο σας  στην ακρόπολη, ε όχι και αυτό''




Μπεσαμέλ




3 κουταλιές βούτυρο αγελάδος
3 κουταλιές αλεύρι απλό 
500 ml γάλα
αλάτι 
πιπέρι
μοσχοκάρυδο








εκτέλεση




Λιώνετε το βούτυρο σε μια κατσαρόλα, ρίχνετε το αλεύρι, όταν αφρίσει ρίχνετε το γάλα. Ανακατεύετε με ξύλινη κουτάλα για να μην σβολιάσει. Ρίχνετε τα καρυκεύματα και έτοιμη.






   

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Ζωμός κοτόπουλου

Κάποτε υπήρχε η άποψη ότι οι χοντροί είναι καλοί άνθρωποι.
Και δυστυχώς ίσχυε, ναι οι χοντροί ήταν καλοί άνθρωποι και πως να μην είναι καλός ένας άνθρωπος που ευχαριστιέται το καλό φαγητό; Ένας μερακλής της ζωής που οι κοιλιά του δεν ήταν απλώς μια αποθήκη λίπους αλλά μια σωρεία αναμνήσεων λουκούλλειων γευμάτων. 
Κάποιος που σέβεται και ευχαριστιέται το καλό φαγητό, σέβεται και ευχαριστιέται την ζωή.
Σέβεται και ευχαριστιέται την φύση, σέβεται και ευχαριστιέται τον συνάνθρωπο του και γνωρίζοντας την καλή παρέα που χρειάζεται ένα καλό φαγητό, ξέρει την ανάγκη του να μοιράζετε.


Στις μέρες μας πλέον οι χοντροί είναι κάποιοι θλιβεροί, γκρινιάρηδες που έχουν παχύνει όχι από λατρεία του καλού φαγητού αλλά από υπερκατανάλωση βιομηχανικών επεξεργασμένων τροφών σε ατομικές συσκευασίες. 
Θύματα της διαφημιζόμενης κακής διατροφής πλούσια σε λιπαρά, χρωστικές, συλλογών διαφόρων Ε.
Φαύλος κύκλος από την άνευ ενδιαφέρων ζωή της μεγαλούπολης που περιλαμβάνει το εκπληκτικό πρόγραμμα ζωής, παράδειγμα προς μίμηση για υποψήφιους αυτόχειρες, σπίτι-μποτιλιάρισμα-δουλειά (για κολατσιό ντελίβερι )- μποτιλιάρισμα-σπίτι ( παραγγελία ντελίβερι ), υπολογίστε ότι αυτό χρειάζεται περίπου 12 με 13 ώρες την ημέρα. 
Πως σε έναν άνθρωπο να μην δημιουργηθούν ψυχολογικά προβλήματα. Έρευνες έχουν δείξει ότι η χαμηλή ποιότητα ζωής δημιουργεί ψυχολογικά προβλήματα αλλά και πρόβλημα παχυσαρκίας. Γιατί άραγε; 
Διότι ένας που στρέφετε στα βιομηχανοποιημένα φαγητά (έτοιμα φαστ φουντ, προ μαγειρεμένα, κατεψυγμένα, συσκευασμένα) δεν νοιώθει την χαρά και την απόλαυση της δημιουργίας του φαγητού που θα τον κρατήσει στην ζωή. 
Άρα δεν αγαπάει και δεν σέβεται, πρώτα απ΄όλα την ζωή του μετά την τροφή, μετά τον συνάνθρωπο, του διότι το καλό φαγητό θέλει και καλή παρέα για να  μοιραστεί, την φύση που παράγει το φαγητό.
Δηλαδή αφήνει την ζωή του να του την διαχειρίζονται κάποιοι τρίτοι. Η εύκολη λύση της παραίτησης και επακόλουθης εξαθλίωσης.
Και δυστυχώς από ένα έθνος καλοφαγάδων, μερακλήδων και φιλόξενων που ήμασταν κοντεύουμε να καταντήσουμε χοντροί, παραιτημένοι, χωρίς ενδιαφέρων για τίποτα και κανένα, μόνο η πάρτη μας να είναι καλά πόσα θα φάμε, πόσα θα αρπάξουμε και πως θα επιβληθούμε στον συνανθρωπό μας σε κάθε ευκαιρία. 
Και γι αυτό δεν φταίει ούτε η κρίση ούτε το ΔΝΤ ούτε κανένας πολιτικός.
Σαν κότες κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας για να αποφύγουμε να βελτιώσουμε τις συνθήκες διαβίωσής μας ρίχνοντας πάντα το φταίξιμο σε κάποιον άλλο, γιατί φοβούμαστε μην χάσουμε την πλαστική εφήμερη άνεσή μας. 
Και μια από τις ρίζες του κακού είναι και η διατροφή.


Τώρα που είπα κότες σας δίνω μια παραδοσιακή παρασκευή ζωμού κότας, μπορείτε να τον χρησιμοποιήσετε παντού, σε σούπες, σάλτσες, πιλάφια, κτλ



Για 1,5 λίτρο ζωμό θέλουμε
750 γρ κόκαλα κοτόπουλου ( αντί να ξεκοκαλίσετε ένα κοτόπουλο μπορείτε να αγοράσετε φτερούγες)
150 γρ από σέλερι καρότα κρεμμύδια, όλα χοντροκομμένα
μαϊντανό ρίγανη θυμάρι
2 σκελίδες σκόρδου
λίγους κόκκους πιπέρι
1,5 λίτρα νερό


εκτέλεση


Ζεματάμε τα κόκαλα σε νερό, για να μην μυρίζουν άσχημα. Την ενέργεια αυτή οι Γάλλοι την αποκαλούν μπλανσίρ, (μπλανσάρουμε ελληνιστή)
Τα ρίχνουμε όλα σε μια κατσαρόλα τα φέρνουμε σε σημείο βρασμού, χαμηλώνουμε την φωτιά στο πιο σιγανό και αφήνουμε να σιγοβράσει για 2 με 3 ώρες ξαφρίζοντας πολύ τακτικά, και συμπληρώνοντας νερό όποτε χρειάζεται.
Σουρώνουμε και τον χρησιμοποιούμε είτε αμέσως είτε τον φυλάμε στο ψυγείο για 3 μέρες είτε σε παγάκια για 1 μήνα 
     






         

Σήμερα Κυριακή

Σήμερα Κυριακή, δεν έχει ανάρτηση γαστρονομικού ενδιαφέροντος.
Ακόμα και ο θεός την έβδομη μέρα ξεκουράστηκε, και ποιος είμαι εγώ να τον αμφισβητήσω;


  

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Ζωμός λαχανικών

Βάλε τα μακαρόνια να βράσουν, με πρόσταξε ο μάγειρας. Ένας τύπος γύρω στο 1,80 ύψος και καμιά τριανταριά χρονών, ειδικότητα του ήταν το κρέας, κόβει τεμαχίζει και καθαρίζει το ψαχνό από το λίπος και τα κόκαλα με ακρίβεια χειρούργου. Σε αυτό όμως που ήταν εξπέρ ήταν στον ρόλο του εξυπνάκια. 
Βάλε τα μακαρόνια να βράσουν, θα φτιάξουμε καρμπονάρα για 50 άτομα απόψε.
Ξέρεις πως βράζουμε μακαρόνια; 
Μα φυσικά, του απαντάω τα ζυμαρικά και οι ζύμες είναι η ειδικότητά μου του λέω, λόγου του όγκου των ζυμαρικών θα πρέπει να τα αποσύρουμε από την φωτιά 2 με 3  λεπτά νωρίτερα, για να συνεχίσουν το βρασμό μέσα στη σάλτα.
Χαζομάρες, μου λέει, ένας μάγειρας δε θέλει χρονόμετρα και μαλακίες, θα τα δοκιμάσεις και όταν θα είναι αλ ντέντε θα τα βγάλεις να τα σουρώσεις.
Είσαι σίγουρος; του λέω. 
Άσε θα σου πω εγώ πότε θα τα βγάλεις μου λέει.
Και την καρμπονάρα πως θα την κάνεις; ρωτάω με ύφος ηλίθιου που δεν ξέρει την τύφλα του από κλασικές παρασκευές.
Δεν ξέρεις; Θα σου δείξω.




(Αυτά που θα σας διηγηθώ στη συνέχεια είναι επικίνδυνα  και μην τολμήσετε να τα κάνετε σπίτι σας, εκτός και αν θέλετε να κάνετε το τραπέζι στον τελειωμένο ερωτά σας λίγο πριν του ανακοινώσετε το χωρισμό)




Βράζει τα μακαρόνια αλ ντέντε, όπως θα τα βράζαμε σπίτι μας, με την διαφορά οτι σπίτι μας δεν βράζουμε 7,5 κιλά μακαρόνια (πρώτο λάθος). Μέχρι να τα κρυώσει κάτω από το τρεχούμενο νερό (δεύτερο λάθος), μέχρι να τα σουρώσει και μετά να τα ξανακρυώσει κάτω από το τρεχούμενο νερό (τρίτο λάθος) και να τα βάλει σε γαστρονόμ (σκεύη σαν ταψιά μακρόστενα και λίγο βαθιά, τα έχουν και στα σουβλατζίδικα για να βάζουν πατάτες, ντομάτες, τζατζίκι. Μόνο που εδώ είναι μεγαλύτερα.) να τα πνίξει στο σπορέλαιο (τέταρτο λάθος), τα μακαρόνια είδη παραμαλάκωσαν από την θερμοκρασία. 
Και η χαριστική βολή, το κερασάκι στην τούρτα ήρθε όταν έφτιαξε την σάλτσα καμπονάρα. Τσιγάρισε μπέικον έριξε μια γενναία ποσότητα κρέμας γάλακτος και έριξε τα μακαρόνια σε αυτή τη γαλατίλα για να τα αποτελειώσει. Και μαζί με αυτά να αποφασίσω ότι μάλλον τελείωσα και εγώ.




Καρμπονάρα φαγητό των ιταλών ανθρακωρύχων περί τις αρχές του εικοστού αιώνα. Το φαγητό τους ήταν απλό, μακαρόνια ανακατεμένα με ένα αυγό. Λόγω της καρβουνίλας τα πιάτα τους γέμιζαν μαύρα μικρά ψίχουλα κάρβουνου. 
Προς τιμήν τους οι ιταλοί τρώνε την πασίγνωστη πλέον καρμπονάρα, που αποτελείτε από σπαγγέτι, αυγό, πεκορίνο, και χοντροκομμένο φρέσκο μαύρο πιπέρι. Σε παραλλαγή και μεγαλύτερη νοστιμιά βάζουν και λαρδί.
Άντε να του εξηγήσεις του μάγειρα και άντε να εξηγήσεις και σε αυτούς που θα φάνε τη γαλατίλα για καρμπονάρα, ότι κάπου έχει γίνει λάθος.
Δώσε κρέμα γάλακτος στο λαό. 




Αφού φτιάξαμε την υπέροχη γαλακτερή μαλακία και την ονομάσαμε καρμπονάρα. Ήρθε η ώρα να φτιάξουμε και ένα ριζότο.
Ξέρεις να φτιάχνεις ριζότο; με ρωτάει πάλι ο ίδιος, πάλι με το ίδιο ύφος.
Ήξερα, του λέω. 
Άσε, μου λέει. Θα σου δείξω πως θα φτιάξουμε ριζότο με μανιτάρια.
Δε θέλω, του απαντάω, αλλά άντε μην φύγω από τώρα και σε κρεμάσω, έχεις να κάνεις ένα σωρό φαγητά ακόμα. Θα κάτσω να μου δείξεις ότι κατά λάθος έγινες μάγειρας και όχι κάτι άλλο.


Εδώ έχω μουσκέψει πορτσίνι, τα ξέρεις ; 
Και σε μια τεράστια κατσαρόλα βάζει ποσότητα σπορέλαιου, τσιγαρίζει κρεμμύδια ρίχνει το ρύζι (απλό ρύζι αμερικάνικου τύπου, το κίτρινο)
Δε μου λες μάγειρα του λέω, δε θα πρεπε να βάλουμε άλλο τύπο ρυζιού; κάνα αρμπόριο μήπως; 
Άσε,μου λέει, κοίτα να μαθαίνεις. (να ξεχνάω δηλαδή) μετά ρίχνει τις κονσέρβες με τα μανιτάρια, στραγγίζει τα πορτσίνι από το νερό τους και τα ρίχνει στο φαί, πετάει το νερό από τα πορτσίνι στο νεροχύτη, βάζει νερό στη κατσαρόλα και προσθέτει στο ρύζι ζωμό κότας σε σκόνη με τις χούφτες. 
Περιμένουμε τώρα να βράσει να σωθεί το νερό, λέει καμαρώνοντας. 
Εγώ τη σωτηρία δεν την έβλεπα πουθενά πλέον. Και αυτό ήταν ένα πιλάφι της κακιάς ώρας και όχι ριζότο.






Κανόνας πρώτος για τους ζωμούς.


Αν έχεις ξερά μανιτάρια, το νερό στο οποίο έχουν μουλιάσει είναι πρώτης τάξης ζωμός, αν τον χρησιμοποιήσετε δεν χρειάζεστε τίποτα άλλο.




Κανόνας δεύτερος 


Τους ζωμούς δεν τους αλατίζουμε.
Τον αλατίζουμε μια καλή με το φαγητό


Ζωμός λαχανικών


Σε κατσαρόλα ρίχνουμε 450γρ ανάμεικτα λαχανικά, καρότο κρεμμύδι, πράσο, σέλινο, μαϊντανό, δάφνη, ρίγανη, θυμάρι. 
Αποφεύγουμε αμυλούχα λαχανικά όπως η πατάτα γιατί θα μας θολώσουν το ζωμό και θα μας τον κάνουν πιο πυκνό (λόγω του αμύλου)
Προσθέτουμε 2 λίτρα νερό, και το φέρνουμε σε σημείο βρασμού στη συνέχεια χαμηλώνουμε στο πιο σιγανό τη φωτιά και το αφήνουμε να σιγοβράσει για μία ώρα.
Σουρώνουμε σε σουρωτήρι και πιέζουμε τα λαχανικά για να βγάλουν όλο το ζουμί.
Θα μας αποδώσει περίπου 1,5 λίτρο ζωμού.
Άν τον θέλουμε πιο  ''δυνατό'' μπορούμε να τον ξαναβάλουμε σε χαμηλή φωτιά και να τον σιγοβράσουμε για κάνα τέταρτο. 
Τον χρησιμοποιούμε είτε αμέσως, ή μπορούμε να τον καταψύξουμε σε παγοθύκες 
ή να τον φυλάξουμε στο ψυγείο για 3 μέρες το πολύ.


















Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Μαγιονέζα

Δε μου λες ο καφές που είναι; Ρώτησα, περιμένοντας μια απάντηση-υπόδειξη για την ακριβή τοποθεσία του καφέ.
-Δεν έχω, δεν πίνω καφέ! η απάντηση που όχι μόνο δεν ήθελα να ακούσω αλλά που με ξάφνιασε.
-Και την καφετιέρα τι την έχεις;
-Μήπως θελήσει κάποιος να πιει καφέ.
-Χωρίς καφέ;

Ήταν ένα απόγευμα του Ιουλίου και είχα επισκεφτεί το φίλο μου το Γιάννη για καφέ, κουβέντα και να του φτιάξω κάτι τεχνικές εργασίες στο σπίτι του.
Μάλλον για κουβέντα και να του φτιάξω κάτι τεχνικές εργασίες στο σπίτι του.
Μάλλον, πήγε στο σούπερ μάρκετ, οπότε για καφέ, κουβέντα και να του φτιάξω κάτι τεχνικές εργασίες στο σπίτι.
Είμαι εθισμένος στο καφέ (και σε μερικά άλλα πράματα, όχι ναρκωτικά αν πάει ο νους σας εκεί)
οπότε δεν είναι σωστό να με καλεί κάποιος για καφέ και να μου προσφέρει τσάι.
Αν είναι για τσάι ας μου κάνουν πρόσκληση για τσάι για να αποφανθώ μια δικαιολογία να το αποφύγω.
Ο Γιάννης δεν πίνει καφέ, άλλη μια μέρα που μαθαίνω κάτι καινούργιο.
Ένας πρώην συνάδελφος μου δεν έπινε καφέ διότι κάνει κακό στη υγεία, βέβαια αυτός είχε(μπορεί να έχει ακόμα) ένα κακό συνήθειο, να κοιμάται όταν ταξιδεύει οδικός.
Θα μου πείτε, που είναι το κακό; όλοι το κάνουμε ή το έχουμε κάνει.
Ναι αλλά αυτός, έχει το κακό συνήθειο να είναι και ο οδηγός ταυτόχρονα.


Γυρνώντας ο Γιάννης από το σούπερ μάρκετ και αφήνοντας τις σακούλες πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, αναφωνεί όλο χαρά : '' Έμαθα την μυστική σάλτσα''
Ποια; του λέω, του καβουροπάτι που την ψάχνει και ο πλανγκτον απεγνωσμένα;
Όχι, τη μυστική σάλτσα που βάζουν τα γκούντις στο τσιζμπεργκερ!!!
Και βγάζει από τις σακούλες δύο βαζάκια, ένα μαγιονέζας και ένα με αγγουράκι κορνισόν, αυτά τα γλυκόξινα ή αλλιώς τα λέμε και πίκλες.
Τα κρατάει σαν δύο πολύτιμα αντικείμενα, τα κοιτάζει, τα δείχνει προς το μέρος μου και λέει : Αυτά περιέχει η σάλτσα των τσιζμπεργκερ.


Στα παλιά μου τα παπούτσια του λέω, ούτε που με ένοιαζε το τι βάζουν τα γκούντις σε αυτά που φτιάχνουν. Και σιγά το πράμα. Από τότε που το φουσκωτό αντικείμενο που περικλείει το μπιφτέκι λέγεται ψωμάκι,τότε θα προτιμούσα να μείνω αμέτοχος απ΄την όλη ιστορία.
Και μιας που τ'αναφέραμε από που και ως που το ονμάζουν ψωμάκι;
Το ψωμί παράγεται από αλεύρι, νερό, μαγιά και αλάτι.
Οι Γάλλοι του προσθέτουν βούτυρο και αυγά και το ονομάζουν μπριός,
το κάνουν μακρουτσουλό και το ονομάζουν μπαγκέτα.
Οι Ιταλοί το κάνουν πλακουτσωτό και το ονομάζουν τσιαπάτα.
Οι Γερμανοί του ρίχνουν και άλλους σπόρους και κάνουν τα πολύσπορα.
Οι έλληνες φτιάχνουμε προζύμι και το κάνουμε χωριάτικο.
Το κοινό όλων αυτών είναι το αλεύρι, το νερό, η μαγιά και το αλάτι. Έχουν σώμα σύσταση υφή γεύση, άρωμα. Τρώγονται φρέσκα αλλά ξερά σαν προσθήκες σε φαγητά.
Το ''ψωμάκι'' αφρός αέρας των γκούντις σε ποία κατηγορία ανήκει;
Ούτε άρωμα έχει ούτε σώμα έχει ούτε τραγανή ξεροψημένη κόρα έχει, ούτε μυρίζει σαν ψωμί.

Δεν συνεχίζω την γκρίνια, είχα σκοπό να γράψω για τους ζωμούς σήμερα. αλλά αφιερώνω μια σως ταρτάρ στον φίλο μου τον Γιάννη.


Υλικά

Για την μαγιονέζα

1 κρόκο αυγού
1 κουταλιά της σούπας μουστάρδα ντιζόν
1 κουταλιά της σούπας ξύδι
150 ml ελαιόλαδο
150 ml σπορέλαιο (αραβοσιτέλαιο)
λίγες σταγόνες χυμό λεμονιού ( κατά βούληση)
αλάτι
πιπέρι


Για να γίνει ταρτάρ θέλουμε

1 κουταλιά της σούπας ψιλοκομμένη κάπαρη
1 κουταλιά της σούπας ψιλοκομμένο αγγουράκι κορνισόν
λίγο ψιλοκομμένο μαϊντανό

εκτέλεση



Χτυπάμε τον κρόκο με την μουστάρδα και το αλατοπίπερο, να αρχίσει να ασπρίζει ο κρόκος.
Προσθέτουμε το λάδι σιγά σιγά. Στην αρχή μόνο σταγόνες και μετά σε συνεχή σταθερή ροή, χωρίς να σταματήσουμε το χτύπημα. Είναι πολύ σημαντικό να μην σταματήσουμε το χτύπημα.
Θα χρειαστούμε βοήθεια γιατί μόνο δύο χέρια έχουμε.
Όταν θα δέσει και θα μοιάζει με μαγιονέζα, τότε ρίχνουμε το ξύδι. Δεν σταματάμε το χτύπημα.
Μετά ρίχνουμε και τις σταγόνες του χυμού του λεμονιού.
Και μετά σταματάμε.


Είναι μια σχετικά δύσκολή παρασκευή και μπορεί εύκολα να σας ''κόψει''.
Μην στεναχωριέστε κάθε αρχή και δύσκολη, αυτή είναι η γοητεία της μαγειρικής.
Αν σας κόψει ρίξτε άλλον έναν κρόκο και συνεχίστε το χτύπημα.

Το χρώμα της μαγιονέζας δεν είναι λευκό σαν του εμπορίου, αλλά κιτρινίζει.

Για να την κάνουμε ταρτάρ ρίχνουμε μέσα τα υπόλοιπα υλικά και ανακτεύουμε.

Άντε, καλοφάγωτα τα χάμπουργκερ



Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Παγωτό σοκολάτας, δηλαδή gelato al ciccolato


Ήμουν έτοιμος σήμερα να γράψω για μία άλλη βάση της γαλλικής κουζίνας, για τους ζωμούς. Αλλά ας είναι καλά ο κολλητός μου. Ήρθε προχθές από το σπίτι και μεταξύ μεζέδων και ζύθων μου ανήγγειλε με στόμφο :'' Έφτιαξα παγωτό ''
Πολύ καλή φάση, το παγωτό θέλει υπομονή και για κάνα 4ωρο- 5ωρο σε έχει καθηλωμένο στο σπίτι, αν δεν έχεις παγωτομηχανή, που ούτε εγώ έχω αλλά ούτε αυτός έχει.
''Μπαα'', μου λέει,'' είναι πανεύκολο δεν θέλει αυτά που λες, θα σου πω εγώ μια συνταγή που θα δεις πόσο εύκολο είναι'' για λέγε του απαντάω, διότι αρχίζω και ψιλιάζομαι.
Η προπαγάνδα των 90s επάνω στο παγωτό υπάρχουν ακόμα επικίνδυνα και στις μέρες μας. Όταν είχαν βγει στην αγορά κάτι κονσέρβες με φυτικά λίπη, υποκατάστατα της σαντιγής και κάτι κονσέρβες με γάλατα, τις νοικοκυρές τις έπιασε πανικός.
Τι φτιάχνουν άραγε με αυτές τις κονσέρβες υποκατάστατα;
Και εδώ ήρθανε οι σεφ και οι ζαχαροπλάστες για να βάλουν τα πράματα στην θέση τους και τις κονσέρβες στις κουζίνες των νοικοκυρών.
Μέσα από τα τηλεπεριοδικά της εποχής μας συμβουλεύουν οι σεφ, ότι με αυτές τις κονσέρβες φτιάχνουμε παγωτό ( τρομάρα μας) .
Και δώσε συνταγές και πάρε συνταγές και γλυκά άνοστα ηλίθια απαίσια.
Έφτιαχνε μια θεία μου συνέχεια τα καλοκαίρια αυτά τα εκτρώματα και μας έδινε να τρώμε ( άντε τώρα παιδάκια που είμασταν και είχαμε στο μυαλό μας για παγωτό τον πύραυλο No ΟΝΕ της έβγα, να πρέπει να φάμε αυτή την αποτυχία με την γεύση πετρέλαιο)
Φρίκη!!! ακόμα δεν τρώω τίποτα από αυτήν, κατά τα άλλα δεν έχω πρόβλημα μαζί της είναι cool.
Για τον φίλο μου αφιερωμένο μπας και ξεκολλήσει, διότι ότι μικρομάθεις δεν μεγαλοαφήνεις.

gelato al ciccolato

Θα σας δώσω την βάση της κρέμας και εσείς μπορείτε να την εξελίξετε όπως θέλετε, εγώ χρησιμοποίησα σοκολάτα πικρή 70% κακάο.


υλικά:


250ml γάλα
250ml κρέμα γάλακτος
70γρ ζάχαρη
λίγο μέλι (2 κουταλιές της σούπας)
2 κρόκοι αυγών

μια πλάκα σοκολάτας 70% κακάο


εκτέλεση

Σε μια κατσαρόλα βάζουμε όλα τα υλικά και τα ζεσταίνουμε ανακατεύοντας τα σε χαμηλή φωτιά.
Λίγο πριν φτάσουν σε σημείο βρασμού κατεβάζουμε από την φωτιά.

Για την σοκολάτα

σε μπεν μαρί λιώνουμε την σοκολάτα μαζί με λίγη κρέμα.

Ενσωματώνουμε την σοκολάτα στο μείγμα που έχουμε κατεβάσει από την φωτιά. Αφήνουμε να κρυώσει και να φτάσει σε θερμοκρασία δωματίου.
Βάζουμε στην κατάψυξη.

Τώρα πρέπει να χτυπάμε το παγωτό με το σύρμα αρκετά συχνά για να μην κάνει κρυστάλλους
και για να παγώσει ομοιόμορφα.

Τα δύο πρώτα χτυπήματα τα κάνω κάθε τέταρτο, μετά τα επόμενα τέσσερα κάθε μισή ώρα, και μετά άλλα δύο κάθε μια ώρα.


Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

Pasta al pomodoro secco


Μια παραδοσιακή συνταγή από την Σικελία για όλους τους μακαρονάδες. Ναι είμαι λάτρης της ιταλικής κουζίνας γι΄αυτό και έχω σκοπό ανά δύο γαλλικές τεχνικές να σας δίνω και μια ιταλική σπεσιαλιτέ. Αν και όσοι ασχολείστε με τη μαγειρική στάνταρ μαγειρεύετε κάτι που έχει τη βάση του στην γειτονική χώρα.

Όταν αναφέρομαι στην ιταλική κουζίνα μου έρχεται στο μυαλό ο εθνικός μας ιταλός μάγειρας ο Έκτορας Μποτρίνι, αυτός που ωρύεται σε κάθε εκπομπή για την σαβούρα που πασάρουν οι εκάστοτε εστιάτορες, που συνέχεια υποστηρίζει τα φρέσκα υλικά, που μιλάει για σωστή μαγειρική, που μας λέει από το ραδιόφωνο για την μυστική συνταγή της γιαγιάς του από την Τοσκάνη και στο τέλος μας διαφημίζει τα πατατάκια σαν το σούπερ φαγητό.

Δεν τον κατηγορώ ο καθένας μας κάνει κουμάντο στα οικονομικά του και προσπαθεί να κάνει τις πιο συμφέρουσες συμφωνίες, αλλά έχει ανάγκη ένας φτασμένος σεφ να διαφημίσει πατατάκια ; Αν ήθελε να διαφημίσει κάτι ας διαφήμιζε σκεύη μαγειρικής ή κάτι άλλο εκτός από junk food. Μην τα γαμάς όλα για χάρη του κέρδους.

Βασικά μου έρχονται στο μυαλό ένα σωρό μάγειροι και ζαχαροπλάστες που έχουν αποκτήσει
σαν δεύτερο επάγγελμα αυτό του πωλητή αγαθών της βιομηχανίας τροφίμων. Κάτι μου κάνει σαν από τους αθλητές που κοπιάζουν να κερδίσουν μια θέση στο βάθρο για να διαφημίσουν μετά σαμπουάν και αποσμητικά.
Και εδώ έρχομαι να επιβεβαιωθώ, ότι πολλοί είναι αυτοί που θέλησαν να σπουδάσουν την γαστρονομία ως ένα επάγγελμα με πολλά χρήματα. Όχι όλοι μα πολλοί.


Υλικά για 4 άτομα

180γρ σε λάδι κομμένες σε λεπτές φέτες
1 ξερή πιπεριά τσίλι (αν δεν έχετε χρησιμοποιήστε μπούκοβο αν δεν έχετε ούτε από αυτό, βάλτε πιπέρι καγιέν αν δεν έχετε ούτε από αυτό, θα φάτε την μακαρονάδα ξενέρωτη)ζυμαρικά 350 με 400 γρμ
βασιλικό φρέσκο (αν δεν έχετε ώρα να πάτε στην αγορά για ψώνια...)
τριμένο τυρί προβολόνε (οκ, εντάξει δεν το βρίσκεις συχνά, σε κάνα μεγάλο σούπερ μάρκετ ίσως, αλλά ένα καλό ελληνικό κασέρι είναι μια χαρά)


εκτέλεση :

Ζεσταίνετε ένα τηγάνι σε χαμηλή φωτιά και ρίχνετε το λάδι από τις τομάτες να ζεσταθεί και μετά ρίχνετε τις τομάτες. Τις σοτάρετε και μετά ρίχνετε τα καυτερά και αλάτι. Βράζετε τα ζυμαρικά, τα σουρώνετε και τα ρίχνετε μέσα στο τηγάνι, ρίχνετε τριμμένο τυρί και έτοιμο.

Εύκολο; Γελοίο, αλλά πεντανόστιμο το φτιάχνω όταν γυρνάω από την δουλειά και θέλω να φτιάξω κάτι γρήγορο.







Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

Σάλτσες βουτύρου

Αναπόσπαστο κομμάτι της γαλλικής κουζίνας είναι οι σάλτσες βουτύρου.
Αφορμή, για να γράψω για τις σάλτσες, μου δόθηκε όταν είχα πάει με μία φίλη μου για φαγητό.
Παρήγγειλε σολομό ποσέ με σάλτσα, μια κίτρινη γλοιώδη μύξα κάλυπτε το άμοιρο ψάρι. Αυτή η σάλτσα είναι μια καλή αφορμή να ξυπνήσουν τα αντι-οικολογικά μου αισθήματα και να ενθαρρύνω τις προσπάθειές των εκάστοτε βιομηχανιών επί της γης για την καταστροφή των υδάτινων πόρων και τον αφανισμό της υδρόβιας ζωής. Μπας και γλυτώσουμε στο μέλλον την βεβήλωση που γίνετε πάνω στους σολομούς ποσέ.

Η διαστροφική μου περιέργεια με έκανε να δοκιμάσω από αυτό το κατασκεύασμα, το θεώρησα υποχρέωση ως ανάπτυξη των γαστρονομικών μου εμπειριών. Καθώς η κιτρινίλα κατέκλυζε το στόμα μου και η γλίτσα αγκάλιαζε τη γλώσσα μου, μια ακατάσχετη αυγουλίλα τρύπαγε τα ρουθούνια μου, η λιπαρότητα της ουσίας αυτής κόλλαγε στον ουρανίσκο μου και ο εγκέφαλος έδινε σήμα στο στομάχι για συσπάσεις. Αηδία. Απο τα πιο αηδιαστικά πράματα που έφαγα ποτέ μου.

Σηκώνω το κεφάλι και ανιχνεύω στη σάλα σαν περισκόπιο υποβρυχίου. Πολύς κόσμος έτρωγε απολαμβάνοντας αυτό το πράμα που δεν τρώγεται. Μια κακοφτιαγμένη άθλια σάλτσα ολλαντεζ κυριαρχούσε στις κοιλιές των ελλήνων αστών.
Από το φαγητό ενός λαού καταλαβαίνεις τον πολιτισμό του.


Οι σάλτσες βουτύρου είναι καταπληκτικές, καμία σχέση με τις έτοιμες μαλακίες που για λόγους οικονομικούς και εξοικονόμησης χρόνου έχουν αντικατασταθεί από έτοιμες μύξες.
Κύριο χαρακτηριστικό μιας τέτοιας σάλτσας είναι η βουτυρένια γεύση της, η υφή της είναι μαλακιά και αέρινη που αγκαλιάζει την γλώσσα και αναδεικνύει το κύριο φαγητό, η λιπαρότητα της δεν σε ξενίζει αλλά συμπληρώνει ευχάριστα και δένει με το κύριο υλικό του πιάτου.


Βασική σάλτσα βουτύρου ''Ολλαντέζ''



3 κρόκοι
χυμός από μισό λεμόνι
3 κουταλιές ζεστό νερό
175 γρ βούτυρο αγελάδος (ναι αγελάδος! την μαργαρίνη πέτα τη στα σκουπίδια) το οποίο το έχουμε κάνει κλαριφιέ (πως το κάνουμε : λιώνουμε το βούτυρο σε χαμηλή φωτιά, πολύ πολύ αργά χωρίς να το ανακατέψουμε, αν και έχει πλάκα. Με το που λιώσει το αφήνουμε μέχρι να γίνει διάφανο και στον πυθμένα της κατσαρόλας θα δούμε να υπάρχουν κάτι κομμάτια. Τότε κατεβάζουμε από την φωτιά, ξαφρίζουμε αν υπάρχουν αφροί και μεταφέρουμε το διάφανο βούτυρο με προσοχή σε ένα άλλο σκεύος. Η διαδικασία κρατάει περίπου μισή ώρα.)
αλάτι πιπέρι άσπρο



εκτέλεση συνταγής :

Βάζουμε σε μπεν μαρί ( το έχω εξηγήσει στη μους σοκολάτας) τους κρόκους με το ζεστό νερό και τα χτυπάμε με το σύρμα. Τα χτυπάμε συνεχόμενα για κάνα 5λεπτο μέχρι να πάρουν λευκό χρώμα. Στη συνέχεια και χτυπώντας ακόμα προσθέτουμε το βούτυρο κλαριφιέ σε πολύ πάρα πολύ αργή ροή, δηλαδή λίγο-λίγο. Χτυπάτε και προσθέτετε βούτυρο μέχρι να τελειώσει το βούτυρο, (είναι μαζοχιστική η διαδικασία αλλά πιστέψτε με αξίζει τον κόπο) μετά προσθέτετε το χυμό λεμονιού, πάλι χτυπώντας με το σύρμα και αλάτι πιπέρι πάλι χτυπώντας με το σύρμα.

αυτή είναι η σωστή παραδοσιακή γαλλική συνταγή, μερικοί κάνουν μια μικρή παραλλαγή και αντί για νερό χρησιμοποιούν λευκό ξύδι


ταιριάζει έξοχα με λαχανικά ατμού, βραστά, ψητά
με ψάρια βραστά, ατμού και ποσέ. ( στα ψητά ψάρια προτιμάω λαδολέμονο και χωριάτικη)
με φιλέτα σχάρας.



Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

Μους Σοκολατας

Το ότι είμαι ο καλύτερος μάγειρας το ξέρω, δεν χρειάζεται κάτι άλλο για να με πείσω. Το ότι και εσείς θα το καταλάβετε είναι απλά θέμα χρόνου.
Και καλά, θα πείτε βρέθηκε άλλος ένας τρελός που ισχυρίζεται διάφορες μαλακίες και εμείς πρέπει να τον πιστέψουμε;

Η διαφορά είναι ότι εγώ, έχοντας σπουδάσει την γαστρονομία απ΄ όλες τις πτυχές της, επέλεξα να απέχω από τον επαγγελματισμό. Γιατί; Γιατί δεν επέλεξα ένα επάγγελμα με πολλά υποσχόμενα χρήματα, δόξα και πολλούς βοηθούς για να διατάζω-προσβάλω-επιδεικνύω πάνω τους την μεγαλοσύνη μου; Μα πολύ απλά πρώτον δεν με διακατέχει σύνδρομο κατωτερότητας άρα δεν χρειάζομαι ανθρώπους γύρω μου για να τους μειώνω, δεύτερον η δόξα πλέον δε με αφορά διότι τα χρόνια που έφτιαχναν αγάλματα στις σπουδαίες προσωπικότητες, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Τώρα για το χρήμα, ανοίγει ένα σπουδαίο κεφάλαιο.


Πολλοί είναι αυτοί που θέλησαν να σπουδάσουν την γαστρονομία ως ένα επάγγελμα με πολλά χρήματα. Και σας ρωτάω ως που θα έφτανε ένας μάγειρας για το χρήμα; Αυτό εσείς θα πρέπει να το αναρωτηθείτε την ώρα που διαβάζετε το μενού σε κάποιο εστιατόριο. Βέβαια σε ένα εστιατόριο δεν είναι μόνο ο μάγειρας είναι και ο ιδιοκτήτης, που έχοντας βαρεθεί να οδηγάει νταλίκες σε εθνικούς και επαρχιακούς δρόμους,του ήρθε η φαεινή ιδέα να ανοίξει μεζεδοπωλείο-εστιατόριο-το βράδυ πρέφα.



Με την γαστρονομική ανάμνηση της καντίνας, (που παραμονεύει τα θύματα της για να τα ποτίσει με λιωμένα και καμένα λίπη με συνοδεία ψωμάκι λάστιχο). Και έχοντας ένα πλούσιο εξασκημένο ουρανίσκο που έχει μάθει να τρώει πίτσα ντελίβερι- μακαρονάδες με κρέμα γάλακτος(και αυτές ντελίβερι)-κρέμα γάλακτος με ρύζι( η πιτσαρία ντελίβερι το ονομάζει ριζότο) -φιλετάκια χοιρινά με κρέμα γάλακτος (από την ίδια πιτσαρία ντελίβερι)- φιλετάκια κοτόπουλου με κρέμα γάλακτος (μαντέψτε από που...)- μανιτάρια αλλά κρέμ( η γκουρμέ αποθέωση των μανιταριών κονσέρβας). Θεωρεί τον εαυτό του ως άρχων της γαστρονομικής επανάστασης. Αυτά τα φαγητά τα αντιγράφει και τα ανακατασκευάζει στην κουζίνα του. Η σούπερ δικαιολογία είναι : ''αυτά θέλει να φάει ο κόσμος'' η πονηρή του σκέψη όμως λέει : '' Αφού κερδίζει η πιτσαρία με αυτά τα φαγητά, τότε μπορώ να κερδίσω και εγώ.'' Δυστυχώς δε σκέφτεται ότι δεν θα κερδίσει, παρά έχασε η πιτσαρία άλλον έναν πελάτη.
Το μενού το αναλαμβάνει ένας μάγειρας να το εκτελέσει, αντί να εκτελέσει αυτόν.


Οι σπουδές μου εκτός από την μαθητεία στην γαστρονομία με έκαναν να γνωρίσω διάφορους επίδοξους μάγειρες που ευχαρίστως θα με έκαναν να γίνω ασκητής και να τρέφομαι με ακρίδες σε κάποια έρημο κάτω από τον καυτό ήλιο,παρά να φάω κάτι από τα χεράκια τους. Θεωρούσαν δεδομένο ότι πάνω απ'όλα προτρέχει το κέρδος της επιχείρησης μετά ο μισθός τους και κάπου προς το τέλος υπάρχει και αυτός που θα ξοδέψει τα χρήματά του για να φάει ένα σωστά μαγειρεμένο φαγητό από έναν που έχει σπουδάσει το επάγγελμα και θα του το προσφέρει σε σωστή ποιότητα και στη σωστή τιμή. Με λίγα λόγια χέστηκαν.

Εντύπωση μου είχε κάνει μια ψαροταβέρνα στη Θεσσαλονίκη (δεν αναφέρω όνομα) που μέσα στο ψαρομενού είχε και ψαρονέφρι και μπιφτέκι και μπριζόλα και μακαρόνια με κιμά και γεμιστά και διάφορα άλλα εδέσματα που κοινό τους στοιχείο με την θάλασσα ήταν το ιώδιο που περιέχει το αλάτι. Θέλοντας να φύγω και να γεμίσω το στομάχι καλύτερα με τσιμέντο απ το να φάω εκεί, με κράτησε η παρέα μου, που είχαν εκστασιαστεί από την διακόσμηση(!!!!!!!) Μα τα δίχτυα και τα καραβάκια δεν είναι κριτήριο για εστιατόριο δεν ήρθαμε σε κατάστημα ειδών διακόσμισης, τους έλεγα . Κοιτάζοντας το μενού προσπαθούσα να βρω ''ακίνδυνα'' φαγητά, κατέληξα σε δύο, σαρδέλες στη σχάρα ή χοιρινή μπριζόλα(all time clasic). Τελικά με κέρδισαν οι σαρδέλες. Αλλά ο μάγειρας που στάνταρ είχε οικογενειακό χάρισμα και κατάλαβε την επιθυμία μου να φάω χοιρινή μπριζόλα, μου έφερε σαρδέλες με άρωμα χοιρινής πανσέτας. Σουρεαλισμός, γεια σου μάγειρα Dali.

Τώρα το καλοκαίρι, όλο και κάποιο δροσερό γλυκό θα θέλετε να φάτε. Και για να μην αγοράζετε τυποποιημένα χωρίς προσωπικότητα γλυκά θα σας δώσω την παραδοσιακή μους σοκολάτας

μερίδες 6


450γρ σοκολάτα πικρή, μπορείτε να βάλετε και κουβερτούρα με 45-50% κακάο αν και εγώ βάζω 100γρ κουβερτούρα και 350γρ πικρή σοκολάτα 80% από γνωστή γερμανική αλυσίδα σούπερ μάρκετ. Ο λόγος είναι ότι η σκέτη κουβερτούρα είναι πολύ γλυκιά και με λίγο κακάο, η σοκολάτα 80% θα μου κάνει το μίγμα πολύ σκληρό. Οπότε βάζω λίγο από κουβερτούρα και συμπληρώνω με πικρή σοκολάτα.
100γρ ζάχαρη άχνη
2κουταλιές βούτυρο, ναι βούτυρο όχι μαργαρίνη ή διάφορα στερεοποιημένα έλαια. Βούτυρο αγελάδος
6 αυγά χωρισμένοι οι κρόκοι από το ασπράδι

Λιώνετε σε μπεν μαρί (ξέρετε τι είναι αυτό; βάζετε μια κατσαρόλα στη φωτιά με λίγο νερό, το φέρνετε σε σημείο βρασμού, χαμηλώνετε την φωτιά και από πάνω της βάζετε μια μεταλλική σουπιέρα, ή μπολ. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση η βάση του μπολ να ακουμπάει στο νερό που βράζει, εαν τύχει και γίνει κάτι τέτοιο αδειάζετε λίγο νερό) τη σοκολάτα μαζί με το βούτυρο και προσθέτετε τη ζάχαρη. Όταν λιώσουν τα κατεβάζετε από την φωτιά και τα αφήνετε να κρυώσουν ( λίγο πριν φτάσουν σε θερμοκρασία δωματίου).

Χτυπάτε τους κρόκους (ομελέτα) και τους ρίχνεται στη σοκολάτα.

Χτυπάτε τα ασπράδια σε μαρέγκα( ξέρετε πως θα το κάνετε; Θα αφήσετε τα ασπράδια για μια ώρα περίπου εκτός ψυγείου να αποκτήσουν θερμοκρασία περιβάλλοντος, κατ' όπιν τα χτυπάτε είτε στο μίξερ(συνιστάτε) είτε με το χέρι με το σύρμα (συνιστάτε στους μαζόχες). Στην αρχή τα χτυπάτε σε χαμηλή ταχύτητα και στη συνέχεια την αυξάνετε μέχρι να πάρετε ένα άσπρο πυκνό αφρό που όταν θα ανασηκώσετε το φτερό από το μίξερ θα κάνει ένα άσπρο κέρατο)

Και τα ενώνετε όλα αυτά μαζί ( ξέρετε πως θα το κάνετε σωστά; παίρνετε 2-3 κουταλιές από την μαρέγκα και την ρίχνετε στην σοκολάτα, ανακατεύετε για να αραιώσει λίγο, στην συνέχεια ρίχνετε και την υπόλοιπη μαρέγκα)

Μοιράζετε σε ποτήρια και αφήνετε στο ψυγείο για 4 ώρες


Αν δεν είστε σίγουροι για τα αυγά σας και φοβάστε για την σαλμονέλα, μπορείτε να χτυπήσετε τους κρόκους πρώτα σε μπεν μαρί μέχρι να φτάσουν τους 65 βαθμούς Κελσίου, ένα θερμόμετρο ζαχαροπλαστικής θα ήταν χρήσιμο .

Την μαρέγκα θα μπορούσατε να την κάνετε με τον ελβετικό τρόπο, δηλαδή χτυπάτε τα ασπράδια σε μπεν μαρί και ρίχνεται την ζάχαρη στα ασπράδια και όχι στη σοκολάτα.
Εμένα μου αρέσει καλύτερα έτσι, θα πρέπει να προσέχετε να μην σας ψηθούν τα ασπράδια, γιατί πήζουν πολύ εύκολα.